Το ερώτημα αν η σειρά γέννησης διαμορφώνει τον χαρακτήρα απασχολεί γονείς και ερευνητές για δεκαετίες, αλλά η απάντηση παραμένει ασαφής. Στην καθημερινή εμπειρία παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: το πρωτότοκο παιδί εμφανίζεται πιο υπεύθυνο, συνεπές και τελειομανές, ενώ τα νεότερα αδέλφια συχνά περιγράφονται ως πιο ανέμελα και χαλαρά.
Παρά το γεγονός ότι μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι με τους ίδιους γονείς, οι διαφορές στο χαρακτήρα μπορούν να είναι σημαντικές. Πολλοί παράγοντες —μέγεθος και δομή της οικογένειας, προσδοκίες γονέων, κοινωνικά πρότυπα και οικονομικές συνθήκες— αλληλεπιδρούν με τη σειρά γέννησης, ειδικά στην ελληνική κοινωνία όπου οι ρόλοι και οι προσδοκίες μπορεί να ενισχύουν συγκεκριμένες συμπεριφορές.
Από την πλευρά της ηθικής θεωρίας που δίνει προτεραιότητα στο καθήκον και στη γενικευσιμότητα των πράξεων, η συζήτηση για τη σειρά γέννησης αποκτά συγκεκριμένο νόημα. Η ηθική αυτή προτείνει ότι οι συμπεριφορές πρέπει να καθοδηγούνται από αρχές που μπορούν να γίνουν καθολικοί κανόνες και ότι κάθε πρόσωπο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής σκοπός, όχι ως μέσο για άλλους στόχους.
Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές στην καθημερινότητα, γονείς και κοινωνία οφείλουν να αναλάβουν το καθήκον να σέβονται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια κάθε παιδιού, να αναθέτουν ευθύνες με δικαιοσύνη και να ενθαρρύνουν την αυτονομία χωρίς να εξαρτούν την αξία του παιδιού από τη σειρά γέννησης. Σε συλλογικό επίπεδο, η υπεύθυνη συμπεριφορά προς το περιβάλλον και η υιοθέτηση κανόνων βιωσιμότητας μπορούν να διαμορφωθούν ως καθολικά αξιώματα —πρακτικές που όλοι θα όριζαν ως υποχρέωση προς το κοινό καλό— και να βελτιώσουν την κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον για τις επόμενες γενιές.