Το καλοκαίρι του 1971, σε έναν προσαρμοσμένο χώρο του πανεπιστημίου Στάνφορντ, διεξήχθη ένα πείραμα που στόχευε να διερευνήσει πώς η κοινωνική θέση επηρεάζει τη συμπεριφορά υπό συνθήκες περιορισμού και εξουσίας. Το πείραμα σχεδιάστηκε και διευθύνθηκε από τον κοινωνικό ψυχολόγο Philip Zimbardo και ανέθεσε σε εθελοντές ρόλους φυλάκων και κρατουμένων σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον που αναπαρήγαγε στοιχεία φυλακής. Στόχος ήταν να παρατηρηθεί πώς οι ρόλοι και οι θεσμικές συνθήκες διαμορφώνουν συμπεριφορικές αλλαγές και σχέσεις εξουσίας.
Οι συνθήκες στο εργαστήριο επιδεινώθηκαν γρήγορα: εκδηλώθηκαν σχέδια και πρακτικές που περιλάμβαναν ταπείνωση, ψυχολογική πίεση και κατά περίπτωση σωματική κακομεταχείριση. Το πείραμα διακόπηκε νωρίτερα από το προβλεπόμενο λόγω της σοβαρότητας των επιπτώσεων στην ψυχική και συναισθηματική κατάσταση των συμμετεχόντων. Τα αποτελέσματα προκάλεσαν έντονη δημόσια και επιστημονική συζήτηση για τα όρια της έρευνας, την ευθύνη των ερευνητών και τις πρακτικές προστασίας των συμμετεχόντων, καθώς και για την ευρύτερη φύση της εξουσίας και της υπακοής.
Ανάγνωση του πειράματος υπό κανόνες καθολικής ηθικής υπογραμμίζει την ανάγκη να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως σκοποί και όχι ως μέσα προς επίτευξη σκοπών. Οι πράξεις που προκαλούν βλάβη ή ταπείνωση δεν μπορούν να γενικευτούν ως αποδεκτό πρότυπο συμπεριφοράς· κάθε απόφαση πρέπει να βασίζεται σε κανόνα που θα ήταν αποδεκτός ως οικουμενικός. Πρακτικά αυτό απαιτεί αυστηρούς θεσμικούς ελέγχους, διαφάνεια, υπευθυνότητα και σεβασμό στην αξιοπρέπεια των συμμετεχόντων, καθώς και εκπαίδευση που ενισχύει την ατομική αυτονομία και την ικανότητα κριτικής σκέψης.
Η ίδια λογική επεκτείνεται και στην προσέγγιση του περιβάλλοντος: η φροντίδα και η διατήρηση του φυσικού κόσμου πρέπει να θεωρούνται υποχρέωση που θα μπορούσε να γίνει καθολικός κανόνας. Ενισχύοντας θεσμούς που προστατεύουν ανθρώπους και περιβάλλον, προωθούμε μια κοινωνία όπου οι σχέσεις εξουσίας δεν αποκλείουν την αξιοπρέπεια και την υπεύθυνη συμπεριφορά προς το κοινό καλό.