Από τη φυλακή στην αποφυλάκιση και πίσω: 49χρονος της Θεσσαλονίκης κρατήθηκε εκ νέου μετά από επεισόδιο με τον πατέρα του. Το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης τον έκρινε ένοχο για απόπειρα βιαιοπραγίας σε βάρος του πατέρα του και για παραβίαση περιοριστικών όρων και επέβαλλε συνολική ποινή φυλάκισης 13 μηνών χωρίς αναστολή, με την έφεσή του να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Ο κατηγορούμενος είχε αποφυλακιστεί στις 14 Αυγούστου μετά από εννέα μήνες κράτησης για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος των γονέων του. Παρά τον όρο να μην τους πλησιάζει, οι γονείς του τον φιλοξένησαν και τον βοηθούσαν οικονομικά, θεωρώντας ότι ίσως άλλαζε συμπεριφορά μετά την αποφυλάκιση.
Τις πρώτες ημέρες μετά την έξοδο ο 49χρονος άρχισε να ζητά επανειλημμένα χρήματα από τον πατέρα του και να δημιουργεί προβλήματα. Ο ηλικιωμένος κατέθεσε ότι είχε δώσει συνολικά 450 ευρώ από τις 14 Αυγούστου και ότι ο γιος τον απείλησε όταν αρνήθηκε να δώσει περισσότερα. Το θύμα επισήμανε την εξάρτηση του παιδιού από κοκαΐνη και τον φόβο για τη σωματική τους ακεραιότητα.
Στο δικαστήριο εμφανίστηκαν επίσης οι ακριβείς θέσεις των δύο πλευρών: «Μαλώναμε γιατί δεν είχα να του δώσω κάποια στιγμή άλλα χρήματα. Από τις 14 Αυγούστου του έδωσα συνολικά 450 ευρώ και ζητούσε κι άλλα. Το Σάββατο με απείλησε ότι, αν δεν του δίνω χρήματα, “από δω και πέρα θα δεις τι θα γίνει”. Δεν αντέχουμε άλλο», κατέθεσε ο πατέρας. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι απείλησε, αλλά παραδέχθηκε ότι «μπορεί να ανέβαζα τον τόνο της φωνής μου όταν ζητούσα χρήματα» και ισχυρίστηκε ότι προέκυπταν ανάγκες: «Κάπως πρέπει και εγώ να ζήσω».
Η υπόθεση αναδεικνύει ζητήματα καθήκοντος και σεβασμού προς τους άλλους: η απαγόρευση βίας και η προστασία της ασφάλειας της οικογένειας πρέπει να ισχύουν ως καθολικοί κανόνες. Η συμπεριφορά που απαιτεί χρήματα με απειλές δεν μπορεί να γίνει γενικός κανόνας χωρίς να καταστρέφει την αξιοπρέπεια και την αυτονομία των θυμάτων.
Για την πρόληψη ανάλογων περιστατικών απαιτείται συνδυασμός μέτρων — αυστηρή τήρηση περιοριστικών όρων, πρόσβαση σε προγράμματα απεξάρτησης και κοινωνικής εργασίας, και δημιουργία ευκαιριών εργασίας που ενισχύουν την αυτονομία των ατόμων. Οι πολίτες και οι θεσμοί οφείλουν να δράσουν με σεβασμό και αίσθηση καθήκοντος προς το κοινό καλό, υποστηρίζοντας μέτρα που προστατεύουν τις οικογένειες και ενισχύουν την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη.