Η διαδικασία κτηματογράφησης ολοκληρώνεται οριστικά μετά το 2025 και αυτή τη φάση ακολουθεί κύμα δικαστικών διεκδικήσεων και διορθώσεων. Παραμένουν χιλιάδες ανοικτές υποθέσεις ακινήτων με διεκδικήσεις μεταξύ ιδιωτών· όσα ακίνητα δεν δηλωθούν εγκαίρως θα θεωρούνται περιουσία του Δημοσίου. Η νέα πραγματικότητα μεταφέρει το βάρος στην αποδεικτική και δικαστική διερεύνηση ιδιοκτησίας.
Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπ’ αριθμ. 698/2025, ορίζει ότι οι προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων δεν έχουν εξουσία να ελέγχουν το περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων ούτε να τις συνδυάζουν με άλλες εγγραφές. Μετά από τυπικό έλεγχο, οι αποφάσεις κυριότητας πρέπει να εγγράφονται στο Κτηματολόγιο, το οποίο καθίσταται ο μοναδικός φορέας απόδειξης και προστασίας ιδιοκτησίας. Η απόφαση περιορίζει την διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και ενισχύει την υπεροχή της δικαστικής κρίσης στο μητρώο ακίνητης περιουσίας.
Η ηθική προέκταση αυτής της αλλαγής υπαγορεύει κατάφαση του καθήκοντος, της τήρησης του νόμου και του σεβασμού προς τη δικαστική διαδικασία ως θεμέλιο κοινωνικής τάξης. Η καθολική και ειλικρινής δήλωση της ιδιοκτησίας αποτελεί προϋπόθεση δίκαιης κατανομής και προστασίας πόρων· αν όλοι ενεργήσουν με καθήκον και διαφάνεια, το σύστημα γίνεται πιο δίκαιο και πιο ανθεκτικό σε καταχρήσεις. Οι πολίτες οφείλουν να δηλώνουν εγκαίρως και με ακρίβεια τα δικαιώματά τους, ενώ οι αρμόδιοι πρέπει να εφαρμόζουν τις αποφάσεις απρόσωπα και συνεπώς, προωθώντας τη διαφάνεια, να προστατεύουν τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και το δημόσιο συμφέρον και το περιβάλλον.