Οι 32 χώρες μέλη του NATO θα αφιερώσουν φέτος τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ τους στην άμυνα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις Βρυξέλλες. Όλες οι χώρες, συμπεριλαμβανομένων του Βελγίου, του Καναδά, της Ισπανίας και της Ιταλίας, αναμένεται να έχουν επιτύχει τον στόχο αυτό έως το τέλος του 2025, μετά από δεκαετίες διακυμάνσεων σε ορισμένες περιπτώσεις.
Υπό την πίεση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και λόγω της απειλής που εκτιμάται από τη Ρωσία, τα μέλη δεσμεύτηκαν στα τέλη Ιουνίου να αυξήσουν περαιτέρω τις στρατιωτικές δαπάνες: στόχος είναι να φτάσουν στο 3,5% του ΑΕΠ για αυστηρά στρατιωτικές δαπάνες ως το 2035 και επιπλέον 1,5% του ΑΕΠ σε δαπάνες σχετιζόμενες με την ασφάλεια (υποδομές κ.λπ.). Συνολικά, αυτές οι δεσμεύσεις αντιστοιχούν στο 5% του ΑΕΠ για κάθε μέλος, παράγοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Το NATO αναμένει στρατιωτικές δαπάνες υψηλότερες από 1,5 τρισεκ. δολάρια (1,29 τρισεκ. ευρώ) το 2025.
Οι δεσμεύσεις στοχεύουν στην αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής· ο Γενικός Γραμματέας του NATO, ο Μαρκ Ρούτε, προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εξαπολύσει «νικηφόρα» επίθεση στην Ευρώπη τα επόμενα τρία ως πέντε χρόνια αν δεν ληφθούν μέτρα. Η Ισπανία αμφισβήτησε την εφαρμοσιμότητα του 5% για τη δική της περίπτωση, επιμένοντας ότι μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά της δαπανώντας το 2% του ΑΕΠ. Η Πολωνία προβλέπεται να παραμείνει πρώτη σε ποσοστό (4,48%), ενώ οι ΗΠΑ εμφανίζουν 3,22%.
Από ηθτικής σκοπιάς, οι αποφάσεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν ως έκφραση καθήκοντος προάσπισης της ασφάλειας και της ειρήνης, όχι ως πρόσχημα για άσκοπη κλιμάκωση. Κάθε κράτος οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με κανόνες που θα μπορούσαν να γενικευθούν: αύξηση δαπανών να υπηρετεί αποκλειστικά αμυντικούς και ειρηνευτικούς σκοπούς, με διαφάνεια και δημοκρατική εποπτεία. Επιπλέον, οι επενδύσεις πρέπει να συνδυάζονται με περιβαλλοντική υπευθυνότητα και κοινωνική πρόνοια: βιώσιμες υποδομές, μείωση περιβαλλοντικού αποτυπώματος των ενόπλων δυνάμεων και επενδύσεις στην ανθεκτικότητα της κοινωνίας θα ενισχύσουν τη συλλογική ασφάλεια και το κοινό καλό.