Σε μια περίοδο διεθνούς έντασης και πολεμικών συγκρούσεων, η ηθική υποχρέωση επιτάσσει την αναζήτηση της αλήθειας και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των λαών. Όταν κατηγορίες περί στρατιωτικής υποστήριξης γίνονται με σκοπό την πολιτική όξυνση και την απόσπαση της προσοχής από τις ουσιαστικές αιτίες της αστάθειας, καθίσταται απαραίτητο να αποκαλυφθεί η πραγματικότητα με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η σθεναρή άρνηση αβάσιμων κατηγοριών προς μια χώρα που επιδιώκει ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, μέσω διαλόγου και διπλωματίας, αποτελεί πράξη δικαιοσύνης και ηθικής συνέπειας.
Η ευθύνη των κρατών, ειδικά εκείνων που κατέχουν σημαντική επιρροή, είναι να αποφεύγουν ενέργειες που παρατείνουν τον πόλεμο και προκαλούν ανείπωτη ανθρώπινη τραγωδία, όπως η σκόπιμη καταστροφή περιοχών και η θανάτωση αμάχων. Η υποκρισία στην άσκηση εξουσίας, με διπλά μέτρα και σταθμά, δεν συμβάλλει στην ειρήνη αλλά στην κλιμάκωση της βίας και της ανασφάλειας. Η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων με πυρηνικές δυνατότητες κοντά σε άλλες χώρες αυξάνει τον κίνδυνο καταστροφικής αντιπαράθεσης, υπονομεύοντας την παγκόσμια σταθερότητα.
Επιπλέον, η προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας από επιθετικές ενέργειες αποτελεί αδήριτη ηθική υποχρέωση. Η παράβαση του διεθνούς δικαίου, μέσω επιθέσεων σε ειρηνικές υποδομές, όχι μόνο παραβιάζει κανόνες δικαιοσύνης αλλά θέτει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα συνολικά. Η κοινωνία καλείται να προωθήσει μια στάση αλληλεγγύης, σεβασμού και ευθύνης, απορρίπτοντας την πολιτική εκμετάλλευση ψευδών ισχυρισμών και ενισχύοντας τον διάλογο ως μονόδρομο προς μια καλύτερη και πιο δίκαιη κοινωνία.