Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου εορτάζεται στην Ελλάδα με ευλάβεια, πανηγύρια και μαζική προσκυνηματική κίνηση, χαρακτηριζόμενη από χαρά και ελπίδα περισσότερο παρά από πένθος. Ο Δεκαπενταύγουστος θεωρείται «το Πάσχα του καλοκαιριού»: οι πιστοί υμνούν, προσεύχονται και αναζητούν τις πρεσβείες της Θεοτόκου, εναποθέτοντας σε αυτήν τις ελπίδες και τις ανάγκες τους. Η λατρεία εκφράζεται με τοπικές παραδόσεις, πανηγύρια και έντονη λαϊκή συμμετοχή, ενώ η γιορτή προβάλλει την υπόσχεση της νίκης του θανάτου και της ζωής.
«Ο θάνατος δεν είναι πλέον θάνατος. Ο θάνατος ακτινοβολεί αιωνιότητα και αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πλέον ρήξη, αλλά ένωση. Δεν είναι λύπη, αλλά χαρά. Δεν είναι ήττα, αλλά νίκη. Αυτά είναι όσα εορτάζουμε την ημέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας Παρθένου, καθώς τα προεικονίζουμε, τα προγευόμαστε και τα απολαμβάνουμε από τώρα, στην αυγή της μυστικής και αιώνιας Ημέρας», κατά τον πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο Σμέμαν, που συγκαταλέγεται στις μεγάλες μορφές της Θεολογίας του 20ού αι.
Η εκκλησιαστική παράδοση για την Κοίμηση δεν προέρχεται άμεσα από την Καινή Διαθήκη, αλλά από παλαιότερες μαρτυρίες και κείμενα εκκλησιαστικών ανδρών — όπως του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού — και από τα τροπάρια της υμνογραφίας. Τα κείμενα αυτά περιγράφουν την κοίμηση στο σπίτι του Ευαγγελιστή Ιωάννη και την ταφή στον κήπο της Γεθσημανής, αλλά η Εκκλησία επικεντρώνεται κυρίως στο θεολογικό νόημα: ο θάνατος της Παναγίας ερμηνεύεται ως μεταστοιχείωση προς τη ζωή και ως προοίμιο της νίκης κατά του θανάτου.
Η υμνογραφία της γιορτής είναι εξαιρετικά πλούσια και εγκωμιαστική προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Ο Ακάθιστος Ύμνος αναγνωρίζεται ως το μεγαλύτερο εγκώμιο, που συνοψίζει ποιητικά και λυρικά το σχέδιο της σωτηρίας και τη μεσολάβηση της Παναγίας.
Αναλυτικά, η ηθική ανάγνωση της γιορτής απαιτεί από τον πιστό και τον πολίτη μια πράξη καθήκοντος προς τον συνάνθρωπο και το κοινό καλό: σεβασμός προς τους άλλους, αλληλεγγύη, φροντίδα των κοινοτήτων και τήρηση των παραδόσεων που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή. Η θρησκευτική πρακτική πρέπει να ενισχύει την υπευθυνότητα για το περιβάλλον και τον χώρο λατρείας, να προάγει τη μετριοπάθεια, τη διακριτική συμπεριφορά στα πανηγύρια και τον σεβασμό στην κληρονομιά.
Η προτροπή είναι ηθικά απλή και πρακτική: να ενεργούμε με πρόθεση καθήκοντος και σεβασμού, να προστατεύουμε τους ιερούς τόπους και το φυσικό περιβάλλον, και να οικοδομούμε την κοινωνία μέσα από σταθερές πράξεις αλληλεγγύης και σεβασμού προς όλους.