Ο 40χρονος από τον Βόλο προφυλακίστηκε μετά την απολογία του, όπου στο απολογητικό του υπόμνημα παρουσιάζει δική του εκδοχή για τη δολοφονία της 36χρονης συζύγου του. Δεν αναφέρθηκε στις καταγγελίες για προγενέστερη βία, ισχυρίστηκε μεταμέλεια και υποστήριξε ότι είχε μια άψογη, επί 20 και πλέον χρόνια, οικογενειακή ζωή με τα τέσσερα του παιδιά. Στο υπόμνημα αναφέρει ότι η σχέση κλονίστηκε μετά το Πάσχα του 2025 λόγω παράλληλης σχέσης της συζύγου, ότι πληροφορήθηκε πως το πρόσφατο έμβρυο δεν ήταν δικό του και ότι η ανακοίνωση αυτή τον έβγαλε από την ψυχική του ισορροπία την 22/8/2025. Ο ίδιος δηλώνει ότι έπαθε αμόκ, άρπαξε ένα μαχαίρι που χρησιμοποιούσαν για ψήσιμο κρεατικών και κατάφερε πλήγματα, ενώ επιμένει ότι ήθελε μόνο να την τρομάξει και ότι δεν είχε προμελετημένη ανθρωποκτόνο πρόθεση. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, η γυναίκα έχει δεχθεί απανωτά χτυπήματα, εκ των οποίων τα δύο θανατηφόρα: Το ένα στο λαιμό και το δεύτερο στην καρδιά.
Στο υπόμνημά του ο κατηγορούμενος αναφέρεται στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως αρτοποιός και οικοδόμος, στην προσπάθεια να καλύψει τις ανάγκες της εξαμελούς οικογένειας και στη σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής του κατάστασης. Ζητεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, επικαλούμενος πρόσφατη ακούσια νοσηλεία και προηγούμενη απόπειρα αυτοχειρίας, δηλώνοντας ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και αιτείται να κριθεί αν υπήρξε ελαττωμένος καταλογισμός. Αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε βίαιος στο παρελθόν και ζητεί επιείκεια λόγω μεταμέλειας.
Από ηθική σκοπιά, η προστασία της ζωής και η τήρηση του καθήκοντος σεβασμού προς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι αδιαπραγμάτευτες. Η βία δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί ως απάντηση στην προσωπική προσβολή και δεν μπορεί να γίνει κανόνας συμπεριφοράς· η αυτοσυγκράτηση και η αναζήτηση νόμιμων λύσεων (διαζύγιο, δικαστικά μέτρα, ψυχολογική υποστήριξη) αποτελούν ηθικά και πρακτικά ορθές επιλογές. Η κοινωνία οφείλει να ενισχύσει υπηρεσίες ψυχικής υγείας, πρόληψης της βίας και οικογενειακής στήριξης, προωθώντας κανόνες που προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και, ευρύτερα, τη συλλογική ευημερία και το φυσικό περιβάλλον μέσω υπεύθυνων πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας.