Ο Έντουαρντ Ζακρζέφσκι εκτελέστηκε στη Φλόριντα για τη δολοφονία της συζύγου και των δύο παιδιών του το 1994, σε μια χρονιά που παρατηρείται επανενεργοποίηση της θανατικής ποινής στην Πολιτεία.
Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε με θανατηφόρα ένεση, η οποία περιελάμβανε τρεις φάσεις: ηρεμιστικό, παραλυτικό και τελικά ουσία που προκάλεσε τον θάνατο. Πριν από τη διαδικασία, ο ίδιος εξέφρασε ψυχρή αποδοχή της ποινής, λέγοντας: «Θέλω να ευχαριστήσω τους καλούς ανθρώπους της Πολιτείας που με σκοτώνουν με τον πιο ψυχρό, υπολογισμένο, καθαρό, ανθρώπινο, αποτελεσματικό τρόπο. Δεν έχω κανένα παράπονο».
Από την σκοπιά της ηθικής φιλοσοφίας, η πράξη της θανατικής ποινής πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του καθήκοντος και της ορθής βούλησης. Οι άνθρωποι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με αρχές που θα μπορούσαν να γίνουν καθολικός νόμος, προωθώντας την αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη.
Η εκτέλεση ενός ανθρώπου, ακόμα και εγκληματία, εγείρει το ερώτημα αν η κοινωνία επιβεβαιώνει το δίκαιο με μια πράξη που σέβεται την ανθρώπινη ζωή και την ηθική ευθύνη. Η μη ομόφωνη απόφαση των ενόρκων (7-5) που οδήγησε στην καταδίκη του Ζακρζέφσκι θέτει επιπλέον ερωτήματα για τη δικαιοσύνη και την ορθότητα της απόφασης.
Σύμφωνα με την ηθική, η κοινωνία οφείλει να επιδιώκει την αλήθεια και την ηθική βελτίωση, όχι μόνο να τιμωρεί. Οι πολίτες και οι θεσμοί πρέπει να ενεργούν με σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να δημιουργούν συνθήκες που προάγουν το κοινό καλό και την προστασία του περιβάλλοντος, ως έκφραση του καθήκοντος τους απέναντι στην ανθρωπότητα.
Η υπόθεση του Ζακρζέφσκι υπενθυμίζει ότι η θεσμοθέτηση και εφαρμογή των ποινών πρέπει να συνάδει με τις ηθικές αρχές που οδηγούν στην βελτίωση της κοινωνίας και όχι απλώς στην εκδίκηση. Η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο τιμωρία, αλλά και μέσο για την κοινωνική πρόοδο και την ηθική ανάπτυξη.