Στις 10 Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας, το «Χαμόγελο του Παιδιού» απευθύνει προειδοποίηση και συμβουλές σχετικά με τον αυτοκτονικό ιδεασμό στα παιδιά και τους εφήβους. Ένα παιδί κάθε δύο ημέρες ζητά υποστήριξη από τις τηλεφωνικές γραμμές του «Χαμόγελου του Παιδιού» για θέματα που σχετίζονται με αυτοκτονικό ιδεασμό, αυτοκτονικότητα ή μη αυτοκτονική – αυτοτραυματική συμπεριφορά, σύμφωνα με τον οργανισμό. Ο φορέας επισημαίνει την ανάγκη έγκαιρης παρέμβασης και σταθερών πλαισίων υποστήριξης για την ψυχική υγεία των ανηλίκων.
Το «Χαμόγελο του Παιδιού» αναφέρει ότι η εμπειρία των παρεμβάσεων δείχνει πως πίσω από κάθε επικοινωνία υπάρχει ένα παιδί ή έφηβος που ζητά απλώς κάποιον να τον ακούσει, και ότι η άμεση παρέμβαση της επιστημονικής ομάδας σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τις οικογένειες έχει σώσει ζωές. Ο οργανισμός καλεί γονείς και φροντιστές να παραμείνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στα παιδιά, να παρατηρούν αλλαγές στη συμπεριφορά και να κινητοποιούνται όταν εντοπίζουν ύποπτα σημάδια. Τονίζεται επίσης η σημασία της συνεργασίας δημόσιων υπηρεσιών και δομών υποστήριξης.
Οι βασικές συμβουλές προς τους γονείς και τους φροντιστές συνοψίζονται ως εξής: ακούστε το παιδί χωρίς κριτική, με ψυχραιμία, στοργή, αποδοχή και κατανόηση· λάβετε σοβαρά υπόψη τον αυτοτραυματισμό, ακόμα και αν δεν συνιστά απόπειρα αυτοκτονίας· μην υποτιμάτε δηλώσεις ή ενδείξεις αυτοκαταστροφικής σκέψης· συζητήστε και ακούστε προσεκτικά χωρίς να υποτιμάτε τα συναισθήματα· υποστηρίξτε την ανάγκη του παιδιού για φροντίδα και στήριξη· βεβαιωθείτε για την ασφάλειά του αποκλείοντας την πρόσβαση σε αντικείμενα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τραυματισμό· και αναγνωρίστε ότι οι ενήλικες μπορεί να νιώθουν θυμό, απελπισία ή ενοχή αλλά πρέπει να ζητήσουν και να δεχθούν υποστήριξη.
Από ηθικής άποψης, η κοινωνική υποχρέωση φροντίδας των πιο αδύναμων αποτελεί πρωταρχικό καθήκον: κάθε πράξη που στοχεύει στη σωτηρία της ζωής και στην προστασία της αξιοπρέπειας πρέπει να θεωρείται υποχρεωτική και γενικεύσιμη ως κανόνας συμπεριφοράς. Η αντιμετώπιση πρέπει να βασίζεται στον σεβασμό του προσώπου ως αυτοσκοπό και στην άμεση ανάληψη ευθύνης από γονείς, σχολεία και υπηρεσίες υγείας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ενίσχυση δομών ψυχικής υγείας, εκπαίδευση ενηλίκων στην αναγνώριση κινδύνων, άμεση δράση όταν εντοπίζονται σημάδια και δημιουργία ασφαλέστερων φυσικών και κοινωνικών περιβαλλόντων που μειώνουν την πρόσβαση σε επικίνδυνα αντικείμενα και προάγουν την αλληλεγγύη και τη φροντίδα.