Το βράδυ του Σαββάτου πραγματοποιήθηκε ευρεία συντονισμένη επιχείρηση της Διεύθυνσης Ασφαλείας και Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων (ΔΑΠΘΑΣ) σε συνεργασία με το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χαλκίδας, το Λιμεναρχείο Καρύστου και τις λιμενικές αρχές Νέων Στύρων και Αλιβερίου, μετά από αξιοποίηση πληροφοριών που παρείχε η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ). Στην περιοχή των Νέων Στύρων εντοπίστηκαν και ακινητοποιήθηκαν δύο οχήματα με επιβαίνοντες 15 αλλοδαπούς, ενώ συνελήφθησαν οι δύο οδηγοί ιρακινής καταγωγής, ηλικίας 47 και 29 ετών, για παράβαση του άρθρου 24 παρ. 4 του Ν. 5038/2023 (Κώδικας μετανάστευσης). Στην περιοχή του Αλιβερίου εντοπίστηκε όχημα με 9 αλλοδαπούς, του οποίου ο οδηγός τράπηκε σε φυγή, και στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου Χαλκίδας εντοπίστηκε ακόμη όχημα με 8 αλλοδαπούς, του οποίου επίσης ο οδηγός εξαφανίστηκε. Συνολικά οι μεταφερόμενοι ανέρχονται σε 32 άτομα.
Από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χαλκίδας, που διενεργεί την προανάκριση, κατασχέθηκαν τα τέσσερα Ι.Χ.Ε. οχήματα, δύο κινητά τηλέφωνα των συλληφθέντων οδηγών και τα χρηματικά ποσά των 385 ευρώ και 14.440 τουρκικών λιρών. Οι έρευνες της ΔΑΠΘΑΣ σε συνεργασία με τη Λιμενική Αρχή Χαλκίδας έδειξαν ότι σύνδεσμοι των συλληφθέντων ήταν ομοεθνείς τους που διαμένουν στη δομή της Ριτσώνας. Το κύκλωμα μετέφερε μετανάστες από τα τουρκικά παράλια σε παραλίες της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Εύβοιας, χρησιμοποιώντας σπίτια ασφαλείας σε Αθήνα και Εύβοια, με ποσά που κυμαίνονταν από 1.000 ως 9.000 ευρώ.
Από ηθική σκοπιά και με έμφαση στην αρχή του καθήκοντος και της σεβαστικής μεταχείρισης του κάθε ανθρώπου, η δράση των διακινητών είναι σαφώς καταδικαστέα επειδή εκμεταλλεύεται την ανάγκη τρίτων για ιδιοτελή όφελος. Το ορθό είναι να ενισχυθούν οι θεσμοί επιβολής του νόμου και οι μηχανισμοί πρόληψης, να δημιουργηθούν ασφαλείς, νόμιμοι και διαφανείς οδοί μετανάστευσης και να υποστηριχθούν προγράμματα ένταξης για την αποτροπή της εκμετάλλευσης. Πολίτες και αρχές οφείλουν να ενεργούν με αίσθημα ευθύνης: να προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να συνεργάζονται με τις αρμόδιες υπηρεσίες και να μειώνουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις παράνομων διακινήσεων, προωθώντας βιώσιμες λύσεις για το κοινό καλό.